NTvaria

NT

varia

DICCIONARIO ELEMENTAL GRIEGO ESPAÑOL DEL NUEVO TESTAMENTO

187

στρέφω  act. trans. volver Mt 5,39; intr. volverse, apartarse Hch 7,42; devolver Mt 27,3; cambiar Ap 11,6; pas. volverse, combertirse Mt 7,6 (21)

στρηνιάω  vivir en lujo Ap 18,7.9

στρῆνος -ους τό  lujo Ap 18,3

στρουθίον -ου τό  gorrión Mt 10,29 (4)

στρωννύω / στρώννυμι  extender Mt 21,8 (6)

στυγητός -ή -όν  odioso, aborrecible Tit 3,3

στυγνάζω  horrorizarse Mc 10,22; estar oscuro Mt 16,3

στῦλος -ου ὁ  columna, prop. y fig. Gal 2,9 (4)

σύ   Mt 3,14; σου posesivo: tuyo Mt 1,20 (2907)

συγγένεια -ας ἡ  parientes Lc 1,61; Hch 7,3.4

συγγενής -ές  sust. pariente, compatriota Lc 1,58 (11)

συγγενίς -ίδος ἡ  pariente Lc 1,36

συγγνώμη -ης ἡ  concesión 1Cor 7,6

συγκάθημαι  estar sentado con Mc 15,54; Hch 26,30

συγκαθίζω  trans. sentar con Ef 2,6; intr. sentarse con Lc 22,55

συγκακοπαθέω  sufrir con 2Tim 1,8; 2,3

συγκακουχέομαι  ser maltratado con alg. Hb 11,25

συγκαλέω  convocar Mc 15,16; llamar junto a sí Lc 9,1 (8)

συγκαλύπτω  pas. perf. ocultar completamente Lc 12,2

συγκάμπτω  encorvar Rom 11,10

συγκαταβαίνω  bajar junto con Hch 25,5

συγκατάθεσις -εως ἡ  acuerdo 2Cor 6,16

συγκατατίθεμαι  estar de acuerdo Lc 23,51

188

συγκαταψηφίζομαι  ser contado o incluido entre Hch 1,26

συγκεράννυμι  unir, formar 1Cor 12,24; Hb 4,2

συγκινέω  sublevar Hch 6,12

συγκλείω  encerrar Gal 3,22

συγκληρονόμος ον  sust. coheredero Rom 8,17 (4)

συγκοινωνέω  compartir Ef 5,11; Fil 4,14; Ap 18,4

συγκοινωνός οῦ ὁ  participante, partícipe Rom 11,17 (4)

συγκομίζω  sepultar Hch 8,2

συγκρίνω  comparar, interpretar 1Cor 2,13; equiparar 2Cor 10,12

συγκύπτω  estar encorvado Lc 13,11

συγκυρία -ας ἡ  casualidad Lc 10,31

συγχαίρω  alegrarse con, felicitar Lc 1,58 (7)

συγχέω / συγχύννω  quedar desconcertado, confundido Hch 2,6 (5)

συγχράομαι  tratar con Jn 4,9

σύγχυσις -εως ἡ  confusión Hch 19,29

συζάω  vivir con Rom 6,8; 2Cor 7,3; 2Tim 2,11

συζεύγνυμι  unir Mt 19,6; Mc 10,9

συζητέω  considerar Mc 1,27; discutir, disputar, altercar Mc 8,11 (10)

συζητητής -ου ὁ  discutidor 1Cor 1,20

σύζυγος -ου ὁ  compañero Fil 4,3

συζωοποιέω  vivificar junto con Ef 2,5; Col 2,13

συκάμινος -ου ἡ  morera Lc 17,6

συκῆ -ῆς ἡ  higuera Mt 21,19 (16)

συκομορέα -ας ἡ  sicómoro Lc 19,4