NTvaria

NT

varia

DICCIONARIO ELEMENTAL GRIEGO ESPAÑOL DEL NUEVO TESTAMENTO

105

καταβάλλω  derribar 2Cor 4,9; med. echar los cimientos Hb 6,1

καταβαρέω  ser una carga 2Cor 12,16

καταβαρύνω  pesar Mc 14,40

κατάβασις  descenso Lc 19,37

καταβολή -ῆς ἡ  fundación, comienzo Mt 13,35; εἰς κ. σπέρματος para establecer descendencia Hb 11,11 (11)

καταβραβεύω  decidir contra Col 2,18

καταγγελεύς -έως ὁ  pregonero Hch 17,18

καταγγέλλω  anunciar Hch 3,24 (18)

καταγελάω  burlarse de Mt 9,24; Mc 5,40; Lc 8,53

καταγινώσκω  condenar Gal 2,11; 1Jn 3,20.21

κατάγνυμι  quebrar Mt 12,20 (4)

καταγράφω  escribir Jn 8,6

κατάγω  bajar, traer, arribar Lc 5,11 (9)

καταγωνίζομαι  vencer, κ. βασιλείας ~ reinos Hb 11,33

καταδέω  vendar Lc 10,34

κατάδηλος -ον  muy evidente Hb 7,15

καταδικάζω  inculpar Mt 12,7 (5)

καταδίκη -ης ἡ  condena Hch 25,15

καταδιώκω  ir tras alguien Mc 1,36

καταδουλόω  esclavizar 2Cor 11,20; Gal 2,4

καταδυναστεύω  tiranizar, oprimir Hch 10,38; St 2,6

κατάθεμα -ατος τό  lo entregado a la maldición divina Ap 22,3

καταθεματίζω  maldecir Mt 26,74

καταισχύνω  deshonrar 1Cor 11,4; avergonzar Lc 13,17; dejar avergonzado Rom 5,5; ser avergonzado Rom 9,33 (13)

κατακαίω  quemar, consumir Mt 3,12 (12)

106

κατακαλύπτω  med. cubrirse 1Cor 11,6.7

κατακαυχάομαι  gloriarse; tratar con desprecio Rom 11,18 (4)

κατάκειμαι  estar acostado (en la cama), estar reclinado (a la mesa) Mc 1,30 (12)

κατακλάω  partir Mc 6,41; Lc 9,16

κατακλείω  encerrar Lc 3,20; Hch 26,10

κατακληρονομέω  legar como herencia Hch 13,19

κατακλίνω  hacer colocar, sentarse a la mesa Lc 7,36 (5)

κατακλύζω  inundar ὕδατι κατακλυσθείς inundado de agua 2Pe 3,6

κατακλυσμός -ου ὁ  inundación, diluvio Mt 24,38 (4)

κατακολουθέω  seguir Lc 23,55; Hch 16,17

κατακόπτω  golpear Mc 5,5

κατακρημνίζω  precipitar de una pendiente Lc 4,29

κατάκριμα -ατος τό  condenación Rom 5,16.18; 8,1

κατακρίνω  condenar, enjuiciar Mt 12,41 (18)

κατάκρισις -εως ἡ  condena 2Cor 3,9; 7,3

κατακύπτω  inclinarse Jn 8,8

κατακυριεύω  ser señor de alguien Hch 19,16; dominar Mt 20,25 (4)

καταλαλέω  calumniar, hablar mal de St 4,11 (5)

καταλαλία -ας ἡ  calumnia 2Cor 12,20; 1Pe 2,1

κατάλαλος -ον  calumniador Rom 1,30

καταλαμβάνω  apoderarse de, coger, sorprender Mc 9,18; med. comprender Fil 3,12 (15)

καταλέγω  escoger 1Tim 5,9

καταλείπω  dejar, quedar Mt 4,13 (24)

καταλιθάζω  apedrear Lc 20,6